Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Αναζητώντας την κοινωνία αλληλεγγύης

του  Μιχάλη Κυριακίδη,


Η οικονομική κρίση, αποκαλύπτει τη βαθύτερη κρίση του πολιτικού μας συστήματος στο σύνολό του. Αποκαλύπτει ουσιαστικά την αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων, αλλά και των άλλων κοινωνικών φορέων, να αναζητήσουν λύσεις που να ανταποκρίνονται στα σύγχρονα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας,.

Η συνεχής αναβλητικότητα για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις υπό τον φόβο του «πολιτικού κόστους», η αυθαιρεσία της εξουσίας, η αναξιοκρατία, η έλλειψη σχεδιασμού, η διαφθορά, με αποκορύφωμα την εξαετία Καραμανλή που «πέταξε το καράβι στα βράχια», είναι αυτά που προκάλεσαν την ακραία οικονομική κρίση που βιώνουμε.

Είναι χαρακτηριστική η διαχείριση αυτής της κρίσης. Η λέξη «συναίνεση», έγινε ισοδύναμη με την «προδοσία» αρχών της κάθε πλευράς.

Η κυβέρνηση δεν φρόντισε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια πολιτική και κοινωνική συναίνεση- αντιθέτως άνοιξε μέτωπα (εξεταστικές), που δεν συμβάλλουν προς την κατεύθυνση αυτή. Σε ανάλογο κλίμα και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία θεωρούν ότι έχουν τη μεγάλη ευκαιρία για να επωφεληθούν από τη φθορά της κυβέρνησης, αδιαφορώντας για το τι θα σήμαινε αυτό για τη χώρα. Και για μεν τα κόμματα της παραδοσιακής αριστεράς, η στάση τους είναι αναμενόμενη. Προκαλεί όμως τους πολίτες η στάση της ΝΔ, που επιχειρεί να επιβάλλει αμνησία και δεν αισθάνεται την ανάγκη να αναλάβει τις ευθύνες της.

Ακόμη και σήμερα, κυβέρνηση και αντιπολίτευση φέρονται ως να μην αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα της κατάστασης. Εξακολουθούν να πετούν τη «βόμβα» τόσο του Ασφαλιστικού, όσο και των άλλων μεταρρυθμίσεων, ο ένας στον άλλον και όλοι μαζί στην «κακή τρόικα». Ορισμένοι μάλιστα υπουργοί εμφανίζονται ως εκπρόσωποι συνδικαλιστικών φορέων, που αγωνίζονται να περισώσουν τα «κεκτημένα» από τους «κακούς ξένους».

Το πολιτικό μας σύστημα αδυνατεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, προκαλώντας έτσι την οργή και την αποστροφή των πολιτών, όπως δείχνουν όλες οι τελευταίες δημοσκοπήσεις. Κυρίως όμως, μετατρέποντας την κοινωνία, σε κοινωνία μελαγχολίας, κοινωνία «υπό κατοχή», με θολό το τοπίο στο βάθος του τούνελ.

Όμως οι αιτίες είναι ακόμα βαθύτερες.

Το πολιτικό σύστημα που δημιουργήθηκε με τη μεταπολίτευση του 1974, είναι το καλύτερο που είχε μέχρι τώρα η Ελλάδα και ανήκουμε στις γενιές που έζησαν -και ζουν- την καλύτερη δημοκρατία, καθώς και τη μεγαλύτερη ευημερία.

Ωστόσο, το πολιτικό μας σύστημα απέκτησε και τις αδυναμίες κάθε πρώιμης δημοκρατίας . Με τεράστια την ευθύνη των κομμάτων -όλων των κομμάτων- δεν προχώρησε στο βάθεμα της δημοκρατίας, που προϋποθέτει συναινέσεις, κοινωνική αλληλεγγύη, ευαισθησίες και αυξημένη περιβαλλοντική συνείδηση, σεβασμό των μειονοτήτων.

Παράλληλα, παρά τις ευκαιρίες που μας δόθηκαν, κυρίως μετά την είσοδό μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, δεν οργανώσαμε μια στέρεη παραγωγική βάση, με αποτέλεσμα να μετατραπούμε σε μια χώρα που παράγει πολύ λίγα και καταναλώνει πολλά. Αγκυλωμένοι σε ιδεοληψίες και σύνδρομα, δημιουργήσαμε ένα σύστημα αντιπαραγωγικό, αναποτελεσματικό και διεφθαρμένο.

Η αδυναμία συναινέσεων, τόσο σε πολιτικό όσο και κοινωνικό επίπεδο, οδήγησε στη δημιουργία μιας κοινωνίας εκβιασμών, όπου οι ισχυρότερες κοινωνικές ομάδες, οι ισχυρές συντεχνίες, απέκτησαν ειδικά προνόμια σε βάρος των υπολοίπωνΤο περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο ο καθηγητής Γιάννης Βούλγαρης: «Προέκυψε έτσι ένα πολιτικο-διοικητικό σύστημα που χαρακτηρίστηκε από τον συγκεντρωτισμό της εξουσίας στις κορυφές, αλλά και την παράλληλη διάχυση άπειρων μικρών κέντρων θεσμικής ή άτυπης πολιτικής ισχύος... Πάνω σε αυτά τα μακράς διάρκειας χαρακτηριστικά, στη μεταπολιτευτική περίοδο επικάθησε ένα κομματικό-συντεχνιακό μοντέλο διεύθυνσης των οργανισμών του κράτους-επιχειρηματία (π.χ. ΔΕΚΟ), του κοινωνικού κράτους (π.χ. νοσοκομεία, πανεπιστήμια), αλλά και της καθαυτής δημόσιας διοίκησης… Ένα μοντέλο που παρήγαγε «διαχειριστική ανεπάρκεια, σπατάλη, διαφθορά, συντεχνιασμό και «μικροκαπετανάτα», χωρίς μαζική συμμετοχή». (ΤΑ ΝΕΑ 03/07/2010)

Η αδυναμία συναινέσεων, τόσο σε πολιτικό όσο και κοινωνικό επίπεδο, οδήγησε στη δημιουργία μιας κοινωνίας εκβιασμών, όπου οι ισχυρότερες κοινωνικές ομάδες, οι ισχυρές συντεχνίες, απέκτησαν ειδικά προνόμια σε βάρος των υπολοίπων. Μια κοινωνία άδικη, όπου οι εργαζόμενοι, οι πολίτες που προσφέρουν, απολαμβάνουν τα λιγότερα, ενώ οι άλλοι, οι κάθε λογής «αεριτζήδες» και «έξυπνοι», φοροφυγάδες κ.ά., καρπώνονται το μεγαλύτερο μέρος του παραγόμενου πλούτου.

Οι δυνάμεις αυτές που δημιούργησαν ένα πλέγμα μικρών και μεγάλων συμφερόντων, στάθηκαν απέναντι και πολέμησαν με πάθος κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια, όπως αυτή του Γιαννίτση για το Ασφαλιστικό, αλλά και άλλες, όπως στην Παιδεία, τις ταυτότητες κ.λπ.

Δεν είναι η πρώτη φορά που τα τελευταία χρόνια γίνεται συζήτηση για κρίση, ακόμη και κατάρρευση του πολιτικού συστήματος. Οι προβλέψεις αυτές δεν έχουν επαληθευτεί μέχρι τώρα. Ωστόσο, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η κοινωνία απογοητεύεται όλο και περισσότερο από το πολιτικό μας σύστημα στο σύνολό του, τα κόμματα και τους φορείς.

Και ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε πλήρη απαξίωση των κομμάτων και του συνόλου του πολιτικού συστήματος («όλοι είναι ίδιοι») που οδηγούν και σε ακραίες επιλογές τύπου Λεπέν ή Μπερλουσκόνι, είναι υπαρκτός και σοβαρός.

Η δημιουργία νέων κομμάτων, δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε διεξόδους. Μπορεί να αποτελέσουν απλώς μια ενδοπαραταξιακή υπόθεση, χωρίς μέλλον, όπως και σε προηγούμενες περιπτώσεις, αν δεν εκφράσουν την ανάγκη της κοινωνίας για ουσιαστικές αλλαγές και απαλλαγή από τις νοοτροπίες εκείνες που μας οδήγησαν εδώ. Να συνδυάσουν την ορθή λογική, με το όραμα για μια κοινωνία αλληλεγγύης.

Η ίδρυση του κόμματος της «Δημοκρατικής Αριστεράς», αποτελεί κατ’ αρχήν τη «διόρθωση ενός λάθους», όπως επεσήμανε ο Λ. Κύρκος. Μπορεί, επίσης, να ανοίξει διεξόδους, τουλάχιστον για το χώρο της δημοκρατικής φιλελεύθερης Αριστεράς, και να παίξει το ρόλο που της αντιστοιχεί, εάν ξαναπιάσει το νήμα από εκεί που κόπηκε, συνεχίζοντας τον αριστερό εκσυγχρονισμό της πολιτικής σκέψης και δράσης.


 Ο Μιχάλης Κυριακίδης είναι δημοσιογράφος, δ/ντής Σύνταξης της «Μ» και δ/ντής Ειδήσεων στην ΕΡΑ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μεταρρύθμιση»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου